Το κέντρο

Για τριάντα έξι μέρες μασούσα το κέντρο. Μασούσα το κέντρο και μελετούσα τους τοίχους αυτού του δωματίου. Στην αρχή, μπορούσα ακόμα να ξεχωρίσω το σημείο από όπου με είχανε φέρει, μα σύντομα έχασα την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Φαντάζομαι ότι αυτός είναι και ο σκοπός του οκτάγωνου δωματίου. Να σε καταπίνει σε ένα ατέλειωτο «ίδιο». Να σου αφαιρεί κάθε περισπασμό. Όμως, μετά από τόσες μέρες – τριάντα έξι μέρες είναι πολλές, πάρα πολλές, όταν το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μασάς ένα κέντρο και να ψάχνεις διαφορές ανάμεσα σε οκτώ πανομοιότυπους τοίχους – έμαθα ότι ακόμα και το ίδιο αποκλίνει από τον εαυτό του.
** Το διήγημα "Το κέντρο" κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Α Διαγωνισμό Διηγήματος της Νέας Εποχής και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό τον Απρίλιο 2023.

Για τριάντα έξι μέρες μασούσα το κέντρο. Μασούσα το κέντρο και μελετούσα τους τοίχους αυτού του δωματίου. Στην αρχή, μπορούσα ακόμα να ξεχωρίσω το σημείο από όπου με είχανε φέρει, μα σύντομα έχασα την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Φαντάζομαι ότι αυτός είναι και ο σκοπός του οκτάγωνου δωματίου. Να σε καταπίνει σε ένα ατέλειωτο «ίδιο». Να σου αφαιρεί κάθε περισπασμό. Όμως, μετά από τόσες μέρες – τριάντα έξι μέρες είναι πολλές, πάρα πολλές, όταν το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μασάς ένα κέντρο και να ψάχνεις διαφορές ανάμεσα σε οκτώ πανομοιότυπους τοίχους – έμαθα ότι ακόμα και το ίδιο αποκλίνει από τον εαυτό του. Και κατάφερα να ξεχωρίσω τους οκτώ τοίχους όπως μια μάνα ξεχωρίζει τα δίδυμα παιδιά της.

Είχα ακούσει ξανά για το οκτάγωνο δωμάτιο, αλλά δεν ήταν για μένα παρά ένας μύθος. Τώρα ξέρω πως μύθος δεν είναι παρά η αντανάκλαση της αλήθειας και πως η αλήθεια υπάρχει μόνο μέσω του μύθου. Γιατί το οκτάγωνο – ή, οκτάπλευρο όπως προτιμώ να το ονομάζω (άλλωστε, είναι οι πλευρές του και όχι οι γωνιές του που μου κράτησαν παρέα όλες αυτές τις μέρες) – δωμάτιο είναι απολύτως πραγματικό και εντελώς στρατηγικά διαμορφωμένο. Η στέρηση κάθε χρονικού και χωρικού προσανατολισμού και η απουσία κάθε περισπασμού, οδηγούν στη μόνη πιθανή διαφυγή και ασχολία, δηλαδή στην κατανάλωση του κέντρου. Και αν δεν αποδειχθείς αθώος, το τέλος είναι μονόδρομος. Τριάντα έξι μέρες που μασούσα το κέντρο πάλευα να το πάρω απόφαση ότι έφτασε το τέλος. Όμως, πώς μπορεί κάποιος να πάρει απόφαση το τέλος; Η σκέψη και μόνο έχει μια χροιά τόσο καταληκτική, που ακόμα και μια εντελώς τετραγωνισμένη λογική δεν μπορεί να την αποδεχθεί. Και δεν είναι θέμα φόβου. Ούτε που θα τελειώσουν όλα. Είναι που υπάρχουν απαντήσεις που δεν μου δόθηκαν ακόμα. Είναι και που ανέλαβα την ευθύνη να προετοιμάσω τους επόμενους, ευθύνη που όχι μόνο δεν έχω φέρει εις πέρας, αλλά που δεν έχω κιόλας αναθέσει σε άλλα χέρια.

Πώς θα μπορούσα, άλλωστε; 

Άλλο ένα ερώτημα που προσπάθησα να απαντήσω όσο μασούσα το κέντρο και εντόπιζα κουκκίδες και πινελιές στο φαινομενικά αψεγάδιαστο λευκό των οκτώ τοίχων, για να μπορώ να προσδώσω στην εδώ διαμονή μου ένα κάποιο νόημα. Για να επιβεβαιώσω ότι ακόμα και στην τέλεια αναπαράσταση του τέλειου, η ατέλεια είναι που καθορίζει την ολοκλήρωση. Και, παραδόξως, αυτή είναι μια τέλεια περιγραφή της μέχρι εδώ ζωής μου – αν μπορούμε να ονομάσουμε ζωή μια αναίσθαντη ύπαρξη. Ναι, αναίσθαντη ύπαρξη. Αυτή είναι η βασική προϋπόθεση για να ζει κανείς εδώ. Ότι δεν θα αισθάνεται τίποτα, ότι δεν θα αντιδρά σε κανένα συναισθηματικό ή αισθητηριακό ερέθισμα. Για να εξασφαλισθεί αυτό, χορηγείται σε όλους από τον πέμπτο εμβρυακό μήνα και για κάθε χρόνο μέχρι τον θάνατό μας ένας ορός «αισθαντηριακής» καταστολής, που αποκλείει κάθε αίσθηση ή αίσθημα, μουδιάζοντας σε σημείο αδράνειας (αν όχι αχρηστίας) όλους τους σχετικούς αδένες και εγκεφαλικούς νευρώνες. 

Αυτό συνεχίζεται εδώ και τέσσερις αιώνες. Έχει αποδειχθεί, λένε, ότι έτσι έχουν εξαλειφθεί τα εγκλήματα και οι προδοσίες. Τα νούμερα συναινούν, μα δεν είμαι σίγουρος. Σαν να είναι από μόνο του ένα έγκλημα αυτό. Τουλάχιστον, αυτό ένιωθα από πάντα. Ναι, ένιωθα. Γιατί ανήκω σε αυτή την κατηγορία με μερική ανοσία στην αισθαντηριακή καταστολή, λόγω μιας γενετικής μετάλλαξης – ή, μάλλον, μη μετάλλαξης – που μας κρατά ακόμα συνδεδεμένους με την προηγούμενη ανθρώπινη εκδοχή. Αυτήν με τις αισθήσεις, τα αισθήματα, τους έρωτες, τις τέχνες, τα λάθη, και τα πάθη. Αυτήν που εδώ σε ανακηρύσσει κατευθείαν δημόσιο εχθρό και σε οδηγεί στην εξάχνωση, τον ανώδυνο τρόπο εξόντωσης των ανεπιθύμητων. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει. Με αυτή τη φράση έμαθα να πορεύομαι. Και για τριάντα έξι χρόνια έτσι πορεύτηκα. Ή, μάλλον, είκοσι έξι. Τα πρώτα δέκα θεωρούνται μεταβατικά, αφού έχει αποδειχθεί ότι ο ορός αισθαντηριακής καταστολής χρειάζεται μια δεκαετία για να φτάσει σε απόλυτη δράση.

Στα ένατά μου γενέθλια, ο πατέρας μου με πήγε στο υπόγειο και ξεκίνησε να με διδάσκει έναν κώδικα εντελώς διαφορετικό από αυτούς που μαθαίναμε στο σχολείο. Για να διαβάζετε αυτές τις λέξεις, γνωρίζετε καλά τον κώδικα στον οποίο αναφέρομαι. Και, αφού τον γνωρίζετε, φαντάζομαι πως γνωρίζετε και το γενικότερο πλαίσιο που περιγράφω εδώ. Μα, συγχωρέστε με, πρέπει να τα πω, να τα βγάλω από μέσα μου – όσα προλάβω, βέβαια, στη μισή ώρα που χρειάζονται για να ετοιμάσουν την εξάχνωση. Μας πήρε ακριβώς έναν χρόνο, στο μικρό υπόγειο που δεν ήξερα καν ότι είχαμε, για να μάθω να γράφω και να διαβάζω στον κώδικα. Το μόνο που παρέλειψε ο πατέρας ήταν να μου πει την ονομασία του κώδικα. Όλα τα άλλα μου τα είπε, τονίζοντας ότι ο κώδικας ήταν απαραίτητος για άτομα σαν εμάς, αφού ο νόμος μπορεί να μην επιτρέπει ακόμα διείσδυση στις προσωπικές σκέψεις, όμως οι διαπροσωπικές συνομιλίες παραμένουν πάντα ανοικτές για παρακολούθηση. Μόνη εξαίρεση τα παιδιά μέχρι δέκα χρονών. Για όλους τους υπόλοιπους δεν υπάρχουν «ιδιωτικοί διάλογοι». Όχι μόνο δεν το αποτρέπει ο νόμος, αλλά το προνοεί. Είναι αυτό που ονομάζουν random dialogic check, κατά το οποίο ανά πάσα στιγμή οι ειδικοί ελεγκτές μπορούν να ανοίξουν τα ηχεία και να παρακολουθήσουν οποιαδήποτε συνομιλία – για γενική ασφάλεια, λέει, και για επιβεβαίωση ότι κανείς δεν έχει κάτι να κρύψει. 

Μα εμείς είχαμε πολλά να κρύψουμε και ο πατέρας μου τα περιέγραψε όλα με σαφήνεια. Ότι καταγόμαστε από μια οικογένεια με το γονίδιο της αντιμετάλλαξης. Ότι κάτι στη δομή του εγκεφάλου μας επιτρέπει την εμπειρία αισθήσεων και αισθημάτων, λειτουργίες που εδώ και αιώνες έχουν αποκλειστεί από τον κόσμο μας για πρόληψη ανομοιομορφίας στις αντιδράσεις. Ότι, παρόλα αυτά, δεν είναι απόλυτο ότι αυτή η παθογένεια θα εκδηλωθεί, ότι αν είσαι τυχερός θα απολαύσεις μια αναίσθαντη ύπαρξη και ότι, αν δεν είσαι, θα πρέπει να μάθεις να αναγνωρίζεις, να ελέγχεις και να προλαβαίνεις την εμφάνιση των αισθημάτων για να μην γίνουν αντιληπτά από τους άλλους. Από την αυτοεπιβολή αναισθαντότητας, στην πνευματική αυτοκυριαρχία και στην αντικατάσταση αισθημάτων με ορθολογιστικές πράξεις, έμαθα όλες τις τεχνικές καταστολής. Μέχρι και το πώς να κυριαρχώ πάνω στους παλμούς και στο σώμα μου ώστε, ακόμα και όταν βιώνω κάποιο συναίσθημα, να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό ούτε καν με σφυγμομέτρηση. Αυτό, άλλωστε, παραμένει και το μέγιστο ζήτημα. Να μην σε καταλάβουν. Γιατί τότε θα καταλήξεις στο οκτάγωνο (κατ’ εμένα οκτάπλευρο) δωμάτιο, και αν επαληθεύσεις τις υποψίες, τότε μόνος προορισμός είναι η εξάχνωση. 

Όλα μου τα έμαθε ο πατέρας, όπως τα είχε μάθει και εκείνος από τους προγενέστερους. Και όπως ανέλαβα την ευθύνη να τα πω κι εγώ στους επόμενους. Μακάρι να μπορούσα του ζητήσω συγγνώμη. Που, έστω για μια στιγμή, πίστεψα ότι πίστευε σε μύθους. Που, έστω για μια στιγμή, πίστεψα πως ίσως και να φανταζόταν πράγματα. Όμως έμαθα τον κώδικα, πατέρα, και αν ποτέ διαβάσεις αυτές τις λέξεις, σου ζητάω συγγνώμη, πατέρα. Η αλήθεια είναι πως με προετοίμασες καλά. Και σε ευχαριστώ, πατέρα. Ναι, με είχε προετοιμάσει καλά. Ήταν σκοπός της ζωής του να προστατεύσει όλους μας. Είχε μελετήσει και αναπτύξει τρόπους χειρισμού της κατάστασης που επέτρεπαν σε ανθρώπους σαν εμάς να είναι όσο το δυνατόν πιο ασφαλείς. Ο πατέρας στη ζωή του, στη δουλειά του, στην κοινωνική του προσφορά, ήταν η τέλεια αναπαράσταση του τέλειου. Αυτό που δεν κατάφερα να γίνω εγώ. 

Και τώρα, τριάντα έξι μέρες που βρίσκομαι στο οκτάπλευρο δωμάτιο και μασάω το κέντρο, δεν μπορώ άλλο να κρυφτώ. Βλέπετε, το κέντρο δεν ξεγελιέται. Το είχα ακούσει και είχα διαβάσει για αυτό, αλλά τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει την ίδια την εμπειρία. Το κέντρο. Ένας πυρήνας τοποθετημένος ακριβώς στη μέση του – φαινομενικά – τέλεια συμμετρικού δωματίου. Τριάντα έξι μέρες. Πιθανόν να είναι και ρεκόρ. Τριάντα έξι μέρες να μασάω το κέντρο και να κοιτάω τους οκτώ τοίχους. Το σώμα μου καλωδιωμένο σε εφτά σημεία. Στη βάση της σπονδυλικής στήλης, την περιοχή των γεννητικών οργάνων, το ηλιακό πλέγμα, την καρδιά, το λαιμό, το μέτωπο, και την κορυφή του κεφαλιού. Όπως πιθανόν να γνωρίζετε ήδη, το κέντρο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να δημιουργεί αισθητηριακές και αισθαντικές αντιδράσεις, μεταφέροντας σήματα σε όλους τους σχετικούς αισθητήρες, αδένες και νευρώνες. Κάθε «ύποπτος» που εισάγεται στο οκτάγωνο δωμάτιο αναμένεται να φάει το κέντρο που, παρεμπιπτόντως, για άτομα με αισθητηριακή αντίληψη, είναι και πολύ νόστιμο. Κατά τη διάρκεια της κατανάλωσης του κέντρου, η παραμικρή συναισθηματική ή αισθαντηριακή αντίδραση που θα ανιχνευτεί μέσω των εφτά καλωδίων σημαίνει συναγερμό και, αυτόματα, βάζει σε λειτουργία την προετοιμασία διαδικασίας εξάχνωσης.

Στην αρχή πέρασα μερικά δευτερόλεπτα να το κοιτάζω. Μια τέλεια σφαίρα που αιωρείτο στο δωμάτιο, ακριβώς στη μέση του μήκους, του πλάτους, και του ύψους. Ακριβώς στο κέντρο. Το κράτησα στα χέρια μου. Μια λεία, ζεστή σφαίρα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα. Αργά, με μικρές δαγκωματιές. Γείωνα ταυτόχρονα κάθε αίσθηση. Ήξερα όλες τις τεχνικές. Στην αρχή μου φάνηκε παιχνιδάκι. Σε μικρές δόσεις, σκέφτηκα, και με απόλυτη συγκέντρωση, μπορώ να τους ξεγελάσω. Όμως με κάθε δαγκωματιά, η ένταση μεγάλωνε, και το ερέθισμα γινόταν όλο και πιο έντονο. Αποφασισμένος να το παλέψω μασούσα αργά, πολύ αργά, και συγκεντρωνόμουνα σε όλους τους τρόπους καταστολής που είχα διδαχθεί. Με βοήθησε η μελέτη των οκτώ τοίχων. Ο εντοπισμός των ατελειών. Η μέτρηση των ανεπαίσθητων κουκκίδων. Οι σχεδόν αόρατες γραμμές από τις πινελιές. Τριάντα έξι μέρες. Μέχρι εκείνον τον απαίσιο τσιριχτό συναγερμό. Θυμάμαι. Πως το σώμα μου μούδιασε, το κεφάλι μου φλεγόταν, στο στόμα μου συνωστίζονταν γεύσεις πρωτόγνωρες, τα μηνίγγια μου χτυπούσαν και η καρδιά μου έκανε μια κούρσα που δεν μπορούσα να προλάβω. Αδυνατούσα να μετρήσω τους παλμούς μου. Δεν μπορούσα πια να διακρίνω τους τοίχους πίσω από τους καταρράκτες, μόνο το πρόσωπο της μάνας μου έβλεπα να διαγράφεται μπροστά μου, και την αγάπη που ποτέ δεν παραδέχθηκα να μου λυγίζει τα γόνατα, σαν φάλτσο βιολί που παραμορφώνει τις μελωδίες που δεν μπόρεσα ποτέ να απολαύσω. Και μέσα σε όλα, κέντρο και μπροστά, ο αδερφός μου 

                             ο αδερφός μου 

ο μικρός μου αδερφός

με όπλο στο χέρι, σε πλήρη συγχρονισμό με τα παιδιά που επιλέχθηκαν για τις λεγεώνες. Τον είδα. Είδα τη μελλοντική του εκδοχή να στηλώνει τα αθώα, υγρά, πρασινογάλανα μάτια του προς ένα στόχο. Να κλείνει το ένα, να πυροβολεί. Είδα τα χέρια του, που φτιάχνανε κόσμους από τουβλάκια πάνω στο χαλί του σαλονιού μας, να βουτούν σε εκείνη τη βρομιά που δεν ξεπλένεται ποτέ. Ήτανε μόλις έντεκα χρονών. Δεν έπρεπε. Δεν έπρεπε. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγινε πριν πέσουν πάνω μου και με ακινητοποιήσουν αυτοί που με έφεραν εδώ. Μόνο μια έξαψη να μου διαπερνά το σώμα. Το πρόσωπο του αδερφού μου στρεβλό μέσα από τα θολωμένα μάτια μου. Το σάλτο μου να τον προλάβω, το χέρι μου τεντωμένο να προσπαθεί να φτάσει το απαίσιο όπλο. Και την ηχώ εκείνης της φωνής, μιας ξένης φωνής που ξέσκιζε τα δικά μου στήθια: 

«Μη! Το παιδί!»


Έτσι τελειώνει το κείμενο του αδερφού μου. Ήταν η μόνη του ιδιοκτησία και, ως είθισται, δόθηκε ως κληρονομιά στον επόμενο στην ιεραρχία. Δεν ξέρω αν είπε όσα ήθελε να πει ή αν τον πρόλαβε η εξάχνωση. Τώρα που περιμένω τη δική μου, αποφάσισα πως έπρεπε να το ανοίξω, να αντιμετωπίσω την αλήθεια. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ για την κοινή μας καταβολή. Σε κανέναν δεν πρέπει να μιλήσεις. Αυτό μας έλεγε ο πατέρας. Είχα λάβει την ίδια εκπαίδευση, βλέπετε. Όμως ποτέ στη ζωή μου δεν αισθάνθηκα τίποτε, και ήμουν βέβαιος ότι η γενετική απόκλιση με προσπέρασε. Όταν με επέλεξαν για τις λεγεώνες, δεν μου έκανε καμιά διαφορά. Άλλωστε, μέχρι τότε δεν είχα ακούσει ποτέ για αληθινές μάχες ή πολέμους. Οι λεγεώνες ήταν για μας κυρίως, πώς να το πω, τυπικές. Μια σύνδεση με την ανθρώπινη προϊστορία. Όμως είχε δίκιο ο RΙ65bξ. Χρόνια αργότερα πήγα στο πεδίο της μάχης. Αναίσθαντος, και καλά εκπαιδευμένος. Ήταν όλα με το μέρος μας, μια νίκη εύκολη και σίγουρη. Κάποια στιγμή μιλούσα με τον διπλανό μου και ασυναίσθητα έστρεψα το βλέμμα στο σημείο που σημάδευε με το όπλο του. Δύο βαθιά, αθώα μαύρα μάτια βυθίστηκαν στα δικά μου, γεμάτα τρόμο και απορία. Είχες δίκιο, πατέρα. Καμιά τεχνική, καμιά αυτοκυριαρχία, καμιά καταστολή δεν μπορούν να σε σώσουν όταν ανοίγει μια τρύπα μέσα σου για να φωλιάσει ο πόνος που κουβαλά η μυρωδιά του χυμένου αίματος. Ένα σάλτο χρειάστηκε για να βρεθούμε οι δυο στο χώμα και το όπλο πιο κει. Ακούω ακόμα τον γδούπο από τα σώματά μας να πέφτουν, ακούω και τη φωνή μου, μέσα από βάθη άγνωστα: 

«Μη! Το παιδί!»