Λένε ότι η συγγραφή είναι μια πράξη μοναχική, ιδανικά τελούμενη σε δωμάτια “που είναι δικά της”, μια σιωπηλή επανάσταση ενάντια στην υπερπληροφορία, μια θρασεία ενατένιση σε ό,τι κείτεται κάτω από την επιφάνεια. Λένε ότι η ποίηση είναι μια τολμηρή κατάθεση προσωπικής φωνής σε έναν κόσμο που έχει εντρυφήσει στη μαζικής παραγωγής ατομικότητα. Μια αντίσταση στη σύγχρονη κοινωνία που συνταυτίζει την ψευδο-ατομίκευση με τη διαφορετικότητα.
Λένε ότι το λογοτεχνικό έργο, και ίσως λίγο περισσότερο η ποίηση, κοινωνείται και επικοινωνείται σιωπηλά, από σελίδα σε μάτια, κι από εκεί στο μυαλό και στα ενδότερα – που δεν ξέρω αν αυτά τα ενδότερα τα λέμε ψυχή, μα μιλάω για το μέρος σου που τραντάζεται όταν διαβάζεις ένα στίχο που σου αλλάζει ολόκληρο το είναι. Λένε ότι κάθε ποιήτρια/της (και για να έχει το δικαίωμα να λέγεται έτσι) έχει το δικό της/του ύφος, μια ανεπαίσθητη μοναδικότητα που δεν μπορεί να αναπαραχθεί ακόμα και στις πιο πιστές απομιμήσεις. Λένε ότι κάθε ποίημα είναι διαφορετικό κάθε φορά που διαβάζεται, ακόμα και αν διαβάζεται από το ίδιο άτομο, ανάλογα με το πού στέκεται το συγκεκριμένο άτομο σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα της ζωής του και την εμπειρία. Λένε ακόμα ότι το ίδιο ποίημα είναι διαφορετικό όταν διαβάζεται την ίδια στιγμή από δύο άτομα. Λένε. Και συμφωνώ.
Λένε, επίσης, ότι η λογοτεχνία είναι αδύνατον να υπάρξει και να ερμηνευθεί εκτός του κοινωνικού της πλαισίου και ότι το ποίημα, όπως και κάθε έργο τέχνης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο αν δεν φτάσει στον τελικό του προορισμό, που είναι έστω μία/ένας αποδέκτρια/αποδέκτης. Κάτι σαν τα δέντρα που πέφτουν μέσα στα δάση, μα να έχουνε άραγε όντως πέσει αν καμία μαρτυρία δεν υπάρχει επ’ αυτού; Έτσι λένε. Και συμφωνώ. Και με αυτό.
Λένε, για να συνεχίσουμε, ότι στη σημερινή εποχή της εικόνας και του μειωμένου χρόνου συγκέντρωσης (short attention span) η λογοτεχνία δεν έχει θέση, όπως ούτε και η τέχνη γενικότερα. Τουλάχιστον όχι για το μεγαλύτερο μέρος του κοινού και ειδικότερα του νεαρότερου κοινού, αφού η σαγήνη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των πάσης λογής ινφλουένσερ, για να μην αναφέρουμε τις δυνατότητες δημιουργίας που παρέχονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη (παραμύθια για ένα από τα επόμενα επεισόδια), έχουν δημιουργήσει χάσμα μεταξύ τέχνης και δημιουργίας από τη μία και αντίληψης της αισθητικής ανάγκης του σύγχρονου ανθρώπου από την άλλη. Λένε. Ή έτσι ερμηνεύω αυτά που λένε. Όπως και να έχει, σε αυτό διαφωνώ.
Και ευτυχώς δεν είμαι η μόνη που διαφωνώ. Αυτό το κατάλαβα κατευθείαν όταν έλαβα την πρόσκληση να συμμετάσχω με το ποιητικό μου έργο στη λογοτεχνική έκθεση “Κατάληψη Συγγραφέων”, μια διοργάνωση του οργανισμού ARTrat Collective που πραγματοποιήθηκε στις 26-27 Απριλίου 2025 στον πολυχώρο “Γκαράζ – Garage” στη Λευκωσία και χρηματοδοτήθηκε από το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού του Υφυπουργείου Πολιτισμού.


Με μια απόλυτα διαδραστική, διακαλλιτεχνική και διατομεακή διάθεση, οι δύο επιμελήτριες της έκθεσης Μιχαέλλα Μυλωνά (επικεφαλής έργου) και Κική Χατζημηνά (καλλιτεχνική επιμέλεια), συνέλεξαν ποιητικό έργο από 12 Κύπριες/ους ποιήτριες/τές, το έφεραν σε συνομιλία με την οπτική/φωτογραφική τέχνη του Κυριάκου Δίπλαρου (διευθυντής φωτογραφίας) και δημιούργησαν μία συλλογή εικαστικών εκθεμάτων όπου η ποιητική δημιουργία συνάντησε την οπτική τέχνη. Συνεύρεση που μετουσίωσε τον λόγο σε πολυσυλλεκτική εμπειρία και δημιούργησε επιπλέον στρώματα αναστοχασμού σε σχέση με τον ρόλο της ποίησης στην προσωπική, συλλογική και κοινωνική μας ζωή.



Επιπλέον στόχος αυτής της καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας ήταν η διάθεση να επικοινωνηθεί, μέσω της οπτικής παρουσίασης, η ποιητική τέχνη και σε ένα ευρύτερο κοινό που ίσως να νιώθει πιο εξοικειωμένο με την εικόνα παρά με την ποίηση. Ο κεντρικός ρόλος του κοινού τόσο στη σύλληψη, όσο και στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση της έκθεσης ήταν διάχυτη, αφού το εικαστικό αποτέλεσμα στην ολότητά του χαρακτηριζόταν από τη διάδραση και την άμεση επαφή με το έργο. Ο διαδραστικός χαρακτήρας επισφραγίστηκε και με το τελευταίο έκθεμα, το οποίο θα ολοκληρωνόταν με τη συμβολή των παρευρισκομένων.
Ας δούμε, όμως, λίγο πιο αναλυτικά τις εικαστικές ιδέες που έφεραν μαζί τη λογοτεχνία με την οπτική τέχνη…
Η έκθεση αποτελείτο από έξι εικαστικά εκθέματα, το κάθε ένα με ξεχωριστή προσέγγιση ως προς το ποιητικό έργο.
1: “Μπορείς να κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο;”

2: “Πόσες λέξεις προτίμησαν να γραφτούν παρά να ειπωθούν;”

3: “Μπορεί η ποίηση να αποτυπωθεί σε μια φωτογραφία;”
Με την οπτική ερμηνεία των ποιημάτων από τον επαγγελματία φωτογράφο Κυριάκο Δίπλαρο, με μοντέλο τη Μαριλένα Ζωδιάτου.



4: “Αν κρεμάσεις την ποίηση, θα στερέψει;”

5: “Η ποίηση ενώνει;”
Ποίηση σε συνομιλία με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες του Κυριάκου Δίπλαρου.

6: Διαδραστική εγκατάσταση: “Κρέμασε τις σκέψεις σου”

Ήταν μεγάλη χαρά και τιμή να δω το έργο μου στα εκθέματα 2, 3, 4, 5, ανάμεσα σε ομότεχνες και ομότεχνους που σέβομαι και θαυμάζω. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες/ουσες ποιητές/τριες ήταν οι Λεωνίδας Γαλάζης, Ανδρέας Γεωργαλλίδης, Μαρία Κούβαρου, Αυγή Λίλλη, Γιώργος Μολέσκης, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Αντρέας Τιμοθέου, Γιώργος Φράγκος, Μαρία Χατζηαυξέντη, Ηλίας Χατζήμιχαηλ, Αλέξανδρος Χρονίδης. Τρεις λογοτεχνικές γενιές, των οποίων το ποιητικό έργο συνδυάστηκε με την εικαστική παρέμβαση της Μιχαέλλας Μυλωνά και της Κικής Χατζημηνά και την καλλιτεχνική φωτογραφική ματιά του Κυριάκου Δίπλαρου, τον οποίον και ευχαριστώ βαθύτατα για την ευγενική παραχώρηση του οπτικού υλικού που συνοδεύει αυτό το κείμενο.
Μέσα από την έκθεση, η ποίηση μας μετατράπηκε σε μια εμπειρία οπτική και απτική – κάτι που οι επισκέπτες μπορούσαν να διαβάσουν, να αισθανθούν, να ακουμπήσουν και να αλληλεπιδράσουν μαζί του. 60 ποιήματα παρουσιαζόμενα ως εικαστικές εγκαταστάσεις από διαφορετικές οπτικές, ξεκινώντας από το εξώφυλλο, τη στοίχιση στη σελίδα, το νόημα των λέξεων, την ανάγκη για επικοινωνία και καταλήγοντας σε φωτογραφίες. Ποίηση δοσμένη με έναν σύγχρονο τρόπο που επιτρέπει μια επαναπροσέγγιση με το ευρύτερο κοινό, αλλά και νέους τρόπους σκέψης για τις/τους λάτρεις της λογοτεχνίας.
Μέσα από αυτή την εμπειρία, η ποίηση ως μοναχική πράξη δημιουργίας, όπως παρουσιάστηκε και στην αρχή του κειμένου, συνενώθηκε με τις μοναχικές πράξεις δημιουργίας άλλων ποιητριών και ποιητών, εκδιπλώθηκε, πολλαπλασιάστηκε και επικοινωνήθηκε. Όχι σιωπηλά και σε δωμάτιο “που είναι δικό της”, αλλά σε ένα δημόσιο χώρο, που μετουσίωσε την ανάγνωση σε εμπειρία. Που οπτικοποίησε τις κοινές προσλαμβάνουσες και τις αμοιβαίες ανησυχίες των δημιουργών-γεννήματα της ύπαρξης σε μια κοινή κοινωνία, ρίχνοντας τον προβολέα στην κοινή συνισταμένη πίσω από το διαφορετικό ύφος. Ποίηση που αποδόθηκε με τρόπο που επιχείρησε να εργαλειοποιήσει αυτό που την απειλεί (την σύγχρονη κοινωνία της εικόνας και της ψηφιακότητα), αποδεικνύοντας στην πορεία ότι και η εικόνα (και γιατί όχι; και η ψηφιακότητα), όταν λειτουργεί έξω από την επιφανειακότητα, είναι μια ποιητική πρακτική.
Ευχαριστώ πολύ, για άλλη μια φορά, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτή την έκθεση. Ευχαριστώ τις Μιχαέλλα και Κική για την άψογη συνεργασία, την έμπνευση και τη θετική τους διάθεση. Ευχαριστώ τον Κυριάκο για τη μοναδική φωτογραφική του ματιά. Ευχαριστώ και όλες/όλους τις/τους συμμετέχουσες/οντες για την αίσθηση του “ανήκειν” σε μια λογοτεχνική κοινότητα που συμπορεύεται, αντλώντας έμπνευση από την ίδια δεξαμενή. Είναι τέτοιες εμπειρίες που μας επιτρέπουν να γεμίζουμε τις μπαταρίες μας με επιμονή και τα τετράδια μας με ακόμα περισσότερους στίχους.






*** Θερμές ευχαριστίες στον Κυριάκο Δίπλαρο για την παραχώρηση του οπτικού υλικού, αλλά και της φωτογραφίας που συνοδεύει το συγκεκριμένο άρθρο. Αυτή η μοναχική μπασκέτα είχε "ενωθεί" με το εξώφυλλο του βιβλίου μου, "33&3" στο έργο "Η ποίηση ενώνει;".